Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Β΄ Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1946 – 1949


Η κεντρώα εφημερίδα Ελευθερία πανηγυρίζει την τελική νίκη του Εθνικού Στρατού κατά του ΔΣΕ στο φύλλο της 30ης Αυγούστου 1949.
Του Πάνου Κρίκη

Β΄ Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1946 – 1949
Μια σύντομη αναφορά

Με αφορμή την νέα πολυδιαφημισμένη ταινία του Παντελή Βούλγαρη «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ» που γυρίστηκε στον Νομό μας, θεώρησα επιβεβλημένο καθήκον, αφ’ ενός προς τους νεκρούς και τα θύματα του παράλογου εκείνου εμφυλίου σπαραγμού και αφ’ ετέρου προς την ιστορική αλήθεια, να γράψω μια συνοπτική επιφυλλίδα ιστορικού περιεχομένου, με αναφορά σε επί μέρους στοιχεία που συνέθεσαν τα τότε γεγονότα, χωρίς αποκρύψεις και διαστρεβλώσεις. Απλώς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρατούσα πλειοψηφική άποψη και το ρεύμα των ιστορικών της αριστερής παράταξης, η οποία άποψη και θέση είναι αυτή που κυριαρχεί σήμερα και ασκεί αποφασιστική επίδραση. Είναι γνωστό, ότι το θέατρο του πολέμου, το σύνολο δηλαδή της γεωγραφικής έκτασης όπου διεξήχθησαν οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού για την εξουδετέρωση του αντιπάλου Δημοκρατικού στρατού (1948 και 1949) είναι ο Γράμμος και το Βίτσι, περιοχές με φύση εξαιρετικά όμορφη και κατοίκους που τους διέκρινε η έντονη δραστηριότητα, η ενεργητικότητα και η εργατικότητα. Βαρύτατο το τίμημα που πλήρωσε ο Νομός της Καστοριάς σε ανθρώπινο δυναμικό και όχι μόνον. Ολόκληρες περιοχές που κάποτε έσφυζαν από ζωή ερημώθηκαν, δεκάδες χωριά έμειναν χωρίς κατοίκους, άλλοι μετακινήθηκαν από τα σπίτια τους και άλλοι, μετά την ήττα κατέφυγαν στις λεγόμενες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Μια κατάσταση απερίγραπτη, εφιαλτική και που σχετίζεται με οδυνηρές αποκρουστικές καταστάσεις, τις οποίες και καταδικάζω και εύχομαι να μην επαναληφθούν.
Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Από πολλές απόψεις ήταν ένας παράξενος πόλεμος. Ξεκίνησε λίγους μήνες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και προηγήθηκε -μπορούμε να πούμε- της όξυνσης του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο ισχυρών συστημάτων του Κόσμου: δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου. Στην Ευρώπη, που συμμάζευε τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η όποια προσφυγή στα όπλα, η πολεμική αναμέτρηση δεν φαινόταν να είναι επιθυμητή πρακτική. Οι μεγάλοι νικητές του πολέμου, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, είχαν πολλές φορές εκφράσει στις διακηρύξεις αλλά και με τις πράξεις τους, ότι σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατό να ξεσπάσει νέα πολεμική αναμέτρηση πάνω στα ερείπια του πρόσφατου μακελειού -στην Ευρώπη τουλάχιστον. Ισχυροί θεσμοί, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στην πρώτη σειρά, είχαν μόλις ξεκινήσει τη λειτουργία τους και ουδείς ακόμη επιθυμούσε να τους δει να χρεοκοπούν, στην πρώτη κιόλας δοκιμασία τους.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε με περίσκεψη, σχεδόν με αποστροφή από το διεθνές περιβάλλον -τόσο σε επίπεδο κυβερνήσεων όσο και σε επίπεδο πολιτικής, κοινής γνώμης. Στο μεγαλύτερο μέρος της τρίχρονης διάρκειας του ο πόλεμος αυτός κύλησε μέσα στη σιωπή, σχεδόν στην αδιαφορία. Λίγες μόνο φορές απασχόλησε τα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης με τρόπο αντίστοιχο της έκτασής του και της σημασίας του. Όταν τελείωσε, σχεδόν ξεχάστηκε. Σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στην Ισπανία λίγα χρόνια νωρίτερα, τα εμφύλια πάθη στην Ελλάδα κλείστηκαν ερμητικά μέσα στα σύνορα της χώρας. Όχι πως εδώ δεν υπήρξε ξένη επέμβαση. Οι Σοβιετικοί με τον τρόπο τους -και τις δυνατότητές τους (οικονομικές, διπλωματικές, πολιτικές)- και οι Αμερικανοί με το δικό τους, στήριξαν ποικιλότροπα τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ο εξωτερικός παρατηρητής όμως θα νόμιζε ότι και στην Ουάσιγκτον και στη Μόσχα απεύχονταν την οποιαδήποτε δημοσιοποίηση της ελληνικής εμπλοκής τους.
Ακόμη και σήμερα παραμένει ένας ξεχασμένος πόλεμος. Στη σχετική βιβλιογραφία ελάχιστοι τίτλοι υπάρχουν και συχνά στις παγκόσμιες ή τις ευρωπαϊκές ιστορίες, στους ιστορικούς άτλαντες του σύγχρονου κόσμου το ελληνικό 1946-1949 αντιμετωπίζεται, όταν δεν λησμονείται, με αμηχανία. Κάποια απροσδιόριστη διαμάχη, ένα «conflict», άνευ περαιτέρω διευκρινίσεων. Σε σχέση με την έκταση του γεγονότος, το κόστος του σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές, τη σημασία του για τη χώρα και γενικότερα, γι’ αυτό που θα εξελισσόταν στον Ψυχρό Πόλεμο, η σιωπή αυτή ξενίζει. Για ευρωπαϊκό θέμα πρόκειται εξάλλου, όχι για κάποια σύγκρουση στα βάθη της Αφρικής, εκεί όπου η ανθρώπινη ζωή και τα παθήματα των ανθρώπων σταθερά συναντούν την αδιαφορία, την περιφρόνηση του αυτοοριζόμενου πολιτισμένου κόσμου.
Για την Ελλάδα, όμως η πολεμική τριετία που ακολούθησε την ταραγμένη κατοχική περίοδο είχε το δικό της ιδιαίτερο βάρος. Ο πόλεμος αυτός συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο καταστροφικούς που γνώρισε η χώρα στην πρόσφατη ιστορία της. Εδώ δεν υπήρχε εχθρός προερχόμενος από τα ξένα. Τα θύματα και της μιας και της άλλης πλευράς προέρχονταν από τον ίδιο χώρο, από τις ίδιες πόλεις, χωριά, επαρχίες, γεγονός που, σε πολλές περιοχές, έκανε το ειδικό βάρος του αβάσταχτο, κοινωνικά, οικονομικά, δημογραφικά -σε πολλές περιοχές, καταστροφικό. Οι στρατιωτικές απώλειες, πιο προσεκτικά υπολογισμένες, ξεπερνούσαν ό,τι αντίστοιχο είχε γνωρίσει η χώρα στην πρόσφατη ιστορία της. Οι κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν 14.000 ως 17.000 νεκρούς -χωρίς να μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι απώλειες των παραστρατιωτικών σχηματισμών (ΜΑΥ, ΜΑΔ. χωροφύλακες «άνευ θητείας» κ.λπ.) και φυσικά οι απώλειες των παρακρατικών «συμμοριών». Στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού σκοτώθηκαν σύμφωνα με υπολογισμούς περισσότεροι από 25.000 μαχητές, ανεβάζοντας το σύνολο των σκοτωμένων στα πεδία των μαχών σε περισσότερους από σαράντα χιλιάδες ανθρώπους. Συγκριτικά ο Ελληνοϊταλικός και Ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940-1941 είχε κοστίσει στη χώρα 15.000 νεκρούς και οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 «μόλις» 8.000 νεκρούς. Μόνο η εκατόμβη της Μικρασιατικής εκστρατείας μπορεί να συγκριθεί, ως προς το βάρος του χυμένου αίματος, με τον Εμφύλιο του 1946-1949.
Και φυσικά δεν ήταν οι μόνοι νεκροί του πολέμου αυτοί. Σε μία σύγκρουση ολοκληρωτική, στην οποία περίσσευε το μίσος και το πάθος, οι άμαχοι πλήρωσαν επίσης βαρύ φόρο αίματος. Οι πηγές εδώ λειτουργούν «κατ’ εκτίμηση». Ποιος να μετρήσει τις συνοπτικές –ανεπίσημες- εκτελέσεις, σαφώς πολλαπλάσιες των επισήμων, εκείνων που έγιναν με αποφάσεις στρατοδικείων, πώς να υπολογιστούν τα θύματα των ναρκών, πώς να υπολογιστούν τα θύματα που προκάλεσε η γιγαντιαία μετακίνηση ανθρώπων, το θανατηφόρο κρυφτό στα απρόσιτα, αφιλόξενα ορεινά, οι παγοπληξίες, η πείνα, οι αρρώστιες, οι στερήσεις, η εξάντληση. Οι στατιστικές εδώ παραπαίουν και άλλοι μιλούν για εκατό, άλλοι για εκατόν πενήντα, άλλοι για διακόσιες χιλιάδες θύματα. Χονδρικά, συγκριτικά πάλι, σε 250.000 υπολογίζονται (με αποκλίσεις φυσικά) από τη διεθνή βιβλιογραφία τα θύματα, Έλληνες και Τούρκοι, του Μικρασιατικού πολέμου, 1919-1922, και της επακόλουθης καταστροφής. Στον τομέα του θανάτου, δυστυχώς, ο ελληνικός Εμφύλιος έμοιαζε με τους υπόλοιπους του είδους στη σύγχρονη ή την παλαιότερη εποχή. Πάντοτε οι εσωτερικές, οι κοινωνικές συγκρούσεις διακρίνονται για το βαρύ φόρο αίματος που καταβάλλουν.
Δεν τελείωναν εκεί τα πάθη του Εμφυλίου. Στη διάρκεια του σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα μετακινήθηκαν από τις εστίες τους, είδαν τα χωράφια τους να ενημερώνονται, τα κοπάδια τους να σκορπίζονται, τα χωριά τους να χορταριάζουν και να λεηλατούνται ακατοίκητα. Εφτακόσιες χιλιάδες άτομα μετακίνησε ο στρατός για να στερήσει τον αντίπαλο από εφεδρείες και κοινωνικά στηρίγματα. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν στις πόλεις από μόνοι τους για να γλιτώσουν τη λαίλαπα του πολέμου και να βρουν γαλήνη και ασφάλεια. Όταν ο πόλεμος τελείωνε, χωριά ολόκληρα ακολούθησαν τους νικημένους πέρα από τα σύνορα και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σκορπίστηκαν στα πιο απόμακρα μέρη της «απέναντι πλευράς», ως τη μακρινή Τασκένδη, σχεδόν στο κέντρο της Ασίας. Ο επαναπατρισμός τους -για μερικούς, «εθνικά» ύποπτους, εκκρεμεί ακόμη- ήταν μία ατελείωτη ιστορία πόνου, ταπεινώσεων, ελπίδων που πολλές φορές διαψεύδονταν.
Η ελληνική ύπαιθρος, σχεδόν στο σύνολό της, δεν συνήλθε ποτέ από τη θεομηνία που του Εμφυλίου. Στις παλαιότερες καταστροφές προστέθηκαν νέες και το κουράγιο των ανθρώπων εξαντλήθηκε μέσα στις ατελείωτες περιπέτειες και τις συνεπακόλουθες αντιξοότητες. Λίγα χρόνια αργότερα, ξεκίνησαν καραβάνια μεταναστών, από τις περιοχές ακριβώς που δοκιμάστηκαν πιο σκληρά στον Εμφύλιο, για να δουλέψουν στα εργοστάσια της Γερμανίας και της Δυτικής Ευρώπης. Όσοι μπόρεσαν έφυγαν για τις πόλεις ενισχύοντας την ήδη -μετά τους πρόσφυγες του 1922- αφύσικη υπερδιόγκωση των πολεοδομικών συγκροτημάτων της χώρας. Πολλές στρεβλώσεις και ανισορροπίες του σήμερα έχουν τις ρίζες τους σε εκείνη την ταραγμένη εποχή.
Τα θύματα ήταν δυστυχώς μόνο μία πλευρά των συνεπειών του πολέμου. Οι τραγικές εμπειρίες των ανθρώπων άφησαν πίσω τους σύνθετα κληροδοτήματα. Η σκιά του Εμφυλίου βάραινε ασφυκτικά την ελληνική κοινωνία, την πολιτική και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ένας βαθύς και υπόγειος διχασμός, στηριγμένος στην ταπείνωση και στον εξευτελισμό, απαξίωνε τις κοινωνικές σχέσεις και την πολιτική έκφραση, οδηγώντας νικητές και νικημένους, δηλαδή τη χώρα ολόκληρη, σε μία προβληματική, αδιέξοδη κατάσταση. Η βία των νικητών εκφράστηκε σε ένα άκαμπτο, μονόπλευρο κράτος που «τύλιγε τους πολίτες σε μία κόλλα χαρτί», ζητούσε για το κάθε τι «πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων», αναδείκνυε το χαφιεδισμό σε τρόπο ζωής και καταδίωκε κάθε τι που δεν ευθυγραμμιζόταν με τις αξίες της νίκης του 1949. Οι νικημένοι εξόρκιζαν την ήττα και την αποπομπή τους από την κοινωνική και πολιτική ζωή, επιχειρώντας να γυρίσουν πίσω το χρόνο, μαθαίνοντας να εκφράζονται περισσότερο για το τι θα μπορούσε να συμβεί χθες, παρά για το τι συμβαίνει σήμερα ή θα συμβεί αύριο. Μία αγκύλωση ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική, διέτρεχε για χρόνια τη νεοελληνική πραγματικότητα στρεβλώνοντας μηχανισμούς, σχέσεις, λειτουργίες, προοπτικές και οράματα. Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι πέντε χρόνια ακόμη, ως τη μεταπολίτευση του 1974, για να σηκωθεί -όχι ολότελα- αυτή η σκιά και να αναζητήσει η ελληνική κοινωνία μια νέα αρχή και την επούλωση των πληγών του παρελθόντος.
Σε τελευταία ανάλυση ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος διέφερε και ως προς τούτο από άλλους του είδους του. Η έκβασή του δημιούργησε μακροπρόθεσμα περισσότερα προβλήματα απ’ όσα επέλυσε. Δεν ενοποίησε την ελληνική κοινωνία, δεν εξασφάλισε την αυτοπεποίθηση των νικητών, δεν έστρεψε το δυναμικό της χώρας και των ανθρώπων της σε πορείες αντίστοιχες με εκείνες που ακολούθησε η Δυτική Ευρώπη. Όσο οξύμωρο και αν φαίνεται το τελευταίο, ο πόλεμος καθυστέρησε παρά επιτάχυνε την πορεία της χώρας προς την ευρωπαϊκή ανοικοδόμηση. Σε τελευταία ανάλυση δεν έκρινε ούτε τη γενική κατεύθυνση των επιλογών. Στην ουσία, όπως γνωρίζουμε σήμερα που με νέα στοιχεία και νηφαλιότητα μπορούμε να αποτιμήσουμε το παρελθόν, ο «έντιμος συμβιβασμός» που αναζητούσε το ΚΚΕ δια των όπλων δεν αμφισβητούσε τους γενικούς γεωπολιτικούς προσανατολισμούς της χώρας.
Επούλωση των τραυμάτων που άφησαν πίσω τους οι περιπέτειες του άλλοτε δε σημαίνει λήθη. Οι Έλληνες, όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι στον κόσμο, κουβαλούν μέσα τους την ιστορία τους, αυτή δίνει το στίγμα και την ταυτότητά τους. Η επίσκεψη στα γεγονότα του παρελθόντος αποτελεί σταθερή βάση, ίσως την πιο σταθερή, για να στηριχθεί πάνω της η αίσθηση του πολίτη, δηλαδή του ελεύθερου όσο και υπεύθυνου μέλους μιας κοινότητας ανθρώπων που το εργαστήρι της ιστορίας έφερε κοντά, τους οδήγησε να ζουν μαζί, μέσα στο ίδιο πλαίσιο σχέσεων, αξιών, συμπεριφορών, αντιλήψεων. Επίσκεψη του παρελθόντος σημαίνει αναζήτηση, έρευνα, προσπάθεια κατανόησης. Οι περιπέτειες των προηγούμενων γενεών μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμες όταν επιτρέπουν την κατανόηση, τη λογική ερμηνεία των όσων συνέβησαν, όταν προσθέτουν την ανθρώπινη εμπειρία στην παιδεία των σημερινών ενεργών πολιτών. Αντίθετα μπορεί να γίνουν καταστροφικές όταν περιορίζονται στο απόλυτο, στο επιμέρους, σε ό,τι μόνο το φανατισμό μπορεί να υπηρετήσει. Σήμερα, η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου μπορεί πολλά να συνεισφέρει στην πρώτη εκδοχή.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ
i. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ δομή, Τόμος 7, σελίδα 523
ii. Η έκθεση ΣΙΑΝΤΟΥ για τα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ, Εκδόσεις Γλάρος
iii. Το μνημειώδες έργο του Γιώργου Μαργαρίτη, καθηγητή της σύγχρονης ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1946-1949
iv. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Από τα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ στον ΕΜΦΥΛΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου